Τετάρτη 13 Ιουνίου 2007

Μια κοινωνία χίλιες κραυγές - Επεισόδιο 3ο

ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΙΛΙΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ είναι ο αποτυχημένος τίτλος ενός αποτυχημένου βιβλίου που το απέρριψαν όσοι εκδότες το διάβασαν. Το αφήνω λοιπόν και εγώ στην αιωνιότητα ανεβάζοντάς το στο internet.
ΣΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ: Οποιασδήποτε μορφής χρήση αυτού του κειμένου χωρίς την έγκρισή μου Ε Π Ι Τ Ρ Ε Π Ε ΤΑ Ι…
(Μας έχουν πρήξει με τα πνευματικά δικαιώματα. Μωρέ μακάρι να το διαβάσετε και να σας σκάσει κανένα χαμόγελο).
(Μιάμιση ώρα αργότερα)
-«Ξύπνα Ορέστη, περασμένες 7 η ώρα, εγώ πάω στο σταθμό να πιω ένα καφεδάκι περιμένοντας το τρένο. Ήλθα να σε χαιρετίσω».
-«Τι λες ρε; ...Θα έλθω και εγώ στο σταθμό. Η Λένα πού είναι;»


(15 λεπτά αργότερα στο καφενεδάκι στο σταθμό)

Οι ράγες, που χρόνια τώρα στόλιζαν το έρημο τοπίο, έδειχναν πιο
ανυπόμονες από κάθε άλλη φορά. Αν τις ακολουθούσες μέχρις εκεί που χάνονταν από το μάτι σου θα μπορούσες να καταλάβεις πόσο βιάζονταν να ταξιδέψουν και να κάνουν τη ζωή να συνεχίζει να εξελίσσεται και τον κόσμο να συνεχίσει να γυρίζει. Λίγοι -ακόμα τότε- ταξιδιώτες είχαν καταφθάσει στο σταθμό και οι ολιγάριθμές τους αποσκευές δεν ήταν ακόμα ικανές να δώσουν το χρώμα και τις πινελιές της αγωνίας, της μελαγχολίας και του σκεπτικισμού, που άρμοζε στο χώρο.
-«Ο πατέρας μου πάντα, όταν πήγαινα στην Κατερίνη, μου παράγγελνε να του πάω καφέ Κομοτηνής. Θυμάμαι, πάντα μου έλεγε ακριβώς... ΄΄Στέφανε αν σου περισσεύουν λεφτά, φέρε να έχουμε και 250 γραμμάρια καφέ Κέκκερη''. Και σήμερα που θα έπρεπε να πάρω και για μένα, το ξέχασα εντελώς».
-«Οπότε, πιες τουλάχιστον αβασάνιστα αυτόν τον τελευταίο».
-«Κοίτα να δεις που όσο αργά και αν τον πίνω, τελειώνει και αυτός».
-«Σημασία δεν έχει ότι τελειώνει. Σημασία έχει ότι τη γεύση του και το άρωμά
του θα την έχεις για όλο το ταξίδι».
-«Νόμιζα ότι ήμουν εγώ ο ετοιμόλογος της παρέας».
-«Μην το σκέφτεσαι Στέφανε. Ένας κύκλος κλείνει, ένας άλλος ανοίγει. Έτσι να το δεις».
-«Μα εγώ έχω να κάνω και άλλα στην Κομοτηνή. Έχω και άλλα να ζήσω. Έχω και άλλα να μάθω. Δεν μετανιώνω για αυτά που έκανα. Μετανιώνω για την αργοπορία μου και τελικά για αυτά που δεν πρόλαβα να κάνω».
-«Κι όμως Στέφανε, αν σκεφτείς, μεγαλύτερη γλύκα έχουν τα όνειρα που τελικά δεν έγιναν πραγματικότητα. Αλλιώς δεν θα λέγονταν όνειρα. Δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα και σε κανένα. Δεν τα έκανες γιατί προτίμησες να περάσεις την ώρα σου σε ανούσιες συζητήσεις και αναλύσεις με φίλους. Να σου πω κάτι;
Σε γουστάρω για αυτό».
-«Ίσως και να έχεις δίκιο. Αλλάζω τη θέση μου. Μετανιώνω που δεν πέρασα σε μια σχολή με 5 χρόνια φοίτησης».
-«Δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρει η μητέρα σου για άλλον ένα χρόνο; Γιατί εγώ στο λέω ότι, αν κάτσεις, κάθομαι».
-«Μην μου το ζητάς αυτό Ορέστη. Δεν γίνεται. Πάντως ορκίζομαι ότι αν το
παιδί μου περάσει σε πανεπιστήμιο θα του δώσω δικαίωμα 6ετούς φοίτησης».
-«Εγώ ορκίζομαι ότι αν το παιδί μου περάσει σε πανεπιστήμιο, θα το στείλω να γνωρίσειτον υιό σου... και αν έχεις κόρη, να την ξεπαρθενιάσει». Τα δυο παιδιά ξέσπασαν σε δυνατά γέλια.
-«Αχ, Ορέστη εδώ υποτίθεται ότι ήλθαμε να μελαγχολήσουμε και εσύ μας λες
μαλακίες».
-«Γιατί να μελαγχολήσουμε ρε; Τι είναι η ζωή; Μια τρέλα είναι ... και σε
ρωτάω. Δέχεσαι προκλήσεις; Σε προκαλώ ανεξάρτητα από την όποια κατάσταση οικονομική, κοινωνική ή οικογενειακή βρίσκεσαι τότε, ανεξάρτητα με το πού θα βρίσκεσαι και τι θα κάνεις, ανεξάρτητα με το πώς θα νιώθεις για μένα και πού θα βρισκόμαστε ... να ορκιστούμε τώρα ότι στα 40 μας χρόνια θα βρεθούμε και θα οργανώσουμε μια απίστευτη τρέλα μαζί. Εγώ ορκίζομαι».
Ο Ορέστης μιλούσε και μπορούσες να διακρίνεις τη φλόγα στα μάτια του
λες και είχε ανακαλύψει κάτι σημαντικό ή καλύτερα ... λες και είχε φτιάξει
αυτό που ήθελε, ένα κλουβί να δεσμεύσει την ελπίδα και τη νιότη.
-«Στα 40 μας λοιπόν Ορέστη. 2 Ιουλίου 2005 ...όπου και αν βρισκόμαστε, ό,τι
και αν έχουμε κάνει στη ζωή μας, όπως και αν είμαστε. Ορκίζομαι».
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν στα μάτια προσπαθώντας να δώσει ο ένας
στον άλλον να καταλάβει πόσο σημαντική ήταν αυτή η στιγμή.
-«Όπου και αν βρισκόμαστε, όπως και αν είμαστε» επανέλαβε ο Ορέστης και
άναψε το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου του. Τη γαλήνη και την αρμονία τις
έσκισαν στα δύο τα φρένα ενός παλιού taxi. Οι πίσω πόρτες άνοιξαν και
ξεπρόβαλαν ο Θανάσης και ο Μάκης.

Μάκης Αλεξίου
Σερραίος. Υπερήφανος για τον Καραμανλή και
τον Διονυσίου. Μοναχοπαίδι και καλομαθημένος.
Θεωρεί μεγάλη τιμή να τον αποκαλούν κιμπάρη.
Πίνει επιλεκτικά και τρώει τα πάντα. Προσαρμόζεται
εύκολα και γίνεται η ψυχή της παρέας. Το όνειρό του
είναι να γίνει δημοσιογράφος. Ασχολείται με τις
φοιτητικές εκδρομές και τον συνδικαλισμό.
Του αρέσει να ακούει τους άλλους και σπάνια
μιλάει για τον εαυτό του. Ο ίδιος λέει ότι είναι
ντροπαλός. Αυτό δεν το κατάλαβε ποτέ κανένας.


Ο Θανάσης πλήρωσε το taxi, ο Μάκης κέρασε ένα δεύτερο γύρο καφέ σ'
όλους και άρχισε να διηγείται την επεισοδιακή τους νύχτα.
-«Ήταν περίπου 4.00, όταν φύγαμε από την πλατεία με τα κορίτσια με προορισμό το σπίτι μου. Στο δρόμο όμως θυμάμαι πως στο σπίτι μου, στο διπλανό δωμάτιο κοιμάται ο συγκάτοικός μου με τη μητέρα του, που ήλθε σήμερα. Εντωμεταξύ δεν υπάρχει και άλλη λύση, διότι οι κοπέλες μένουν στην εστία -απορρίπτεται- ενώ ο Θανάσης λέει ότι αν ακούσει η γειτόνισσά του γυναικείες φωνές το βράδυ από το διαμέρισμά του, θα έχει φασαρίες. Μεταξύ μας, αυτό δεν το έχω καταλάβει αλλά τέλος πάντων. Μπαίνουμε σιγά σιγά στο σπίτι, σχεδόν πετάμε προς το δωμάτιό μου. Βάζουμε απαλή μουσική και καθόμαστε να γνωριστούμε καλύτερα, με χαμηλό φωτισμό, εμείς οι τέσσερεις και ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι SOYTHERN.
Ο Θανάσης καθαρά γουστάρει την Ειρήνη και εγώ φανερά την πέφτω στη Βάσω. Σε λίγο, χαμηλόφωνα και πάντα προσεκτικά, ο Θανάσης έχει την τρομερή ιδέα να παίξουμε μπουκάλα με το άδειο SOYTHERN, εμείς ζητωκραυγάζουμε -πάντα χαμηλόφωνα- και καθόμαστε σε κύκλο. Και εκεί που το παιχνίδι άναβε σιγά σιγά και τα φιλιά γίνονταν όλο και πιο παθιάρικα, κάποια στιγμή η Βάσω, αδιαφορώντας για τους κανόνες του παιχνιδιού, σκύβει, αγκαλιάζει την Ειρήνη και τη φιλάει. Και εκεί που καθόμασταν χαμηλόφωνα, πλέον μείναμε άφωνοι. Σε δευτερόλεπτα οι δυο τους κυλιούνται στο πάτωμα και χαιδεύονται και φιλιούνται με τέτοιο πάθος, που βάζεις στοίχημα πως δεν είναι η πρώτη τους φορά, ενώ δεν μπορείς παρά να υποστείς αυτό το ηλίθιο χαμόγελο που έχει παγώσει στο πρόσωπό σου. Τι κάνεις τότε; Κάθεσαι λίγο με κλειστά τα μάτια, συγκεντρώνεσαι και τα ανοίγεις απότομα. Αν οι δυο ξανθιές ακόμα φιλιούνται μπροστά σου και έχεις βεβαιωθεί ότι δεν είναι παρενέργεια του αλκοόλ ...τότε απλά γδύνεσαι. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είμαστε γυμνοί και έτοιμοι να γίνουμε μέρος μιας συγκλονιστικής περιπέτειας που μας επιφύλαξε η νύχτα και τότε έχω τη φαεινή ιδέα να πω στον Θανάση να κλειδώσει την πόρτα για καλό και για κακό. Απλά έπρεπε να το είχα πει δυο δευτερόλεπτα νωρίτερα. Η μητέρα
του συγκατοίκου μου ανοίγει την πόρτα (αργότερα είπε ότι μπήκε για να
κλείσει το ραδιόφωνο που είχα ξεχάσει ανοικτό) και επειδή βλέπει μπροστά της μια φιγούρα στο σκοτάδι (ήταν ο Θανάσης που πήγαινε να κλειδώσει εκείνη τη στιγμή) τρομάζει και ανάβει το φως. Ο Θανάσης σε μια προσπάθεια αυτοθυσίας βάζει το γυμνό του κορμί μπροστά στην οπτική γωνία της μητέρας του συγκατοίκου αλλά είναι ήδη αργά. Η μητέρα του συγκατοίκου όχι μόνο τα είδε όλα αλλά βάλθηκε να τα γνωστοποιήσει και σ' όλη την πολυκατοικία με τις φωνές της 5.00 τα ξημερώματα. Εμείς διατηρήσαμε τη ψυχραιμία μας, ντυθήκαμε, πήγαμε τις κοπέλες στην πιάτσα των taxi, όπου μας χαιρέτησαν σαν να μην συμβαίνει τίποτα και πήγαμε στην πλατεία να σας βρούμε αλλά είχατε φύγει. Φάγαμε από μια ωραιότατη κοτόσουπα στου Rotwan, που μας τις κέρασε, όταν του διηγηθήκαμε την ιστορία μας και ήλθαμε να ξεπροβοδίσουμε το φιλαράκι μας».
Ο Στέφανος και ο Ορέστης ακόμα γελούσαν από την ιστορία που είχαν
ακούσει ενώ ο Θανάσης κοιτούσε τον Μάκη κάθε τόσο και ξεσπούσαν σε γέλιο δυνατό και τρανταχτό δείχνοντας του το κουτάκι με τα προφυλακτικά, που ούτεκ' αν είχε ανοίξει.
Σιγά σιγά άρχισε να έρχεται και άλλος κόσμος στο σταθμό, που θα
ταξίδευε μ' αυτό το τρένο. Ανάμεσα τους και ένας λερωμένος, μεθυσμένος
ψηλός, που ερχόταν τρέχοντας με αγωνία. Όταν όμως είδε από απόσταση τον
Στέφανο και βεβαιώθηκε ότι πρόλαβε το τρένο, ηρέμησε και τότε φάνηκε στο
βάδισμά του το πόσο κουρασμένος και ταλαιπωρημένος ήταν. Ο Γιώργος ήλθε και σωριάστηκε στο τραπέζι φωνάζοντας ότι αφού πρόλαβε ν' αποχαιρετήσει στο σταθμό τον Στέφανο, πλέον θα μπορούσε ο Θεός να τον πάρει και να τον αναπαύσει, γιατί του το όφειλε. Αφού συνήλθε κάπως με δύο γερές γουλιές καφέ, άρχισε τη δική του ιστορία.
-«Εγώ παιδιά, όταν έφυγα από την πλατεία, δεν ήξερα πού πήγαινα, ήμουν
κομμάτια. Το προηγούμενο βράδυ πάλι δεν είχα κοιμηθεί, γιατί παίζαμε χαρτιά
στου Δημήτρη και χθες άρχισα να πίνω από τη στιγμή που πήγα στο σπίτι του
Στέφανου κατά τις 8.00. Ξεκινάμε λοιπόν με τη Σόνια να πάμε στο σπίτι της.
Εγώ είμαι σε μια αισχρή κατάσταση και το μόνο που σκέφτομαι είναι ο ύπνος.
Της προτείνω λοιπόν να πάμε στο δικό μου, που είναι πιο κοντά. Δεν ξέρω αν
δέχτηκε ή αν ήλθε με το ζόρι. Την επόμενη στιγμή είμαι έξω από την εξώπορτα του σπιτιού μου. Το σώμα μου με πήγε μόνο του. Η Σόνια με κρατάει όρθιο και εγώ αντί να βγάλω το κλειδί από την τσέπη μου, βγάζω ένα κουτάκι προφυλακτικά, που δεν ξέρω πώς βρέθηκαν εκεί. Μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις και προσπαθώ να συγκεντρωθώ ...τίποτα ...πουθενά κλειδί. Θέλω να βάλω τα κλάματα. Δεν έχω λεφτά και έχω χάσει το κλειδί μου και είμαι λίγο πριν καταρρεύσω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να πάμε στο σπίτι της Σόνιας. Φτάνουμε μετά από 25 εφιαλτικά λεπτά. Πέφτω δύο φορές κάτω, σκίζω τον αγκώνα μου, γεμίζω αίματα και η Σόνια συνέχεια μου λέει υπομονή. Με τα πολλά φτάνουμε στο σπίτι της και δεν μπορείτε να πιστέψετε τι έγινε! Η Σόνια διαπιστώνει ότι έχει χάσει και αυτή το κλειδί της. Εγώ τότε της δίνω τα προφυλακτικά για να έχει κάτι τουλάχιστον στην τσέπη της. Αυτή ξεκαρδίζεται αλλά εμένα δεν μου φαίνεται τελικά και τόσο αστείο και έχοντας χάσει κάθε ελπίδα και δύναμη αποφασίζω να λιποθυμήσω εκεί που βρίσκομαι. Η Σόνια συνεχίζει να μου λέει να κάνω υπομονή και αποφασίζει να πάμε να κοιμηθούμε σε μια φίλη της, που δεν θα έχει πρόβλημα. Αυτή τη διαδρομή δεν τη θυμάμαι καθόλου. Το μόνο που με συνέφερε ήταν η όψη του Περικλή, του υιού του σπιτονοικοκύρη μου, που τότε γυρνούσε σπίτι του και έμενε στην ίδια πολυκατοικία με τη φίλη της Σόνιας. Χωρίς να με δει αρχίζω να τρέχω γιατί υποτίθεται ότι εγώ είμαι στην Άρτα και προσπαθώ να κρυφτώ κάπου. Αντιλαμβάνομαι και εγώ ο ίδιος ότι δεν τρέχω σωστά. Τα πόδια μου κτυπούν το ένα το άλλο και κάποια στιγμή πέφτω πάνω σ' ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο και μετά από κάτω του. Από εκεί με σήκωσε η Σόνια, που μου είπε πως μ' έψαχνε τουλάχιστον είκοσι λεπτά. Μ' ανέβασε στο σπίτι της Μαρίνας -έτσι τη λένε τη φίλη της- η οποία τρόμαξε όταν μ' είδε. Το μόνο που πρόλαβα να της πω ήταν να βάλει το ξυπνητήρι στις 7.00. Μετά απλά έπεσα κάτω, στο χωλ. Βέβαια το ξυπνητήρι δεν χρειάστηκε, γιατί συνεχώς πήγαινα στην τουαλέτα για διάφορα πράγματα. Μετά σηκώθηκα, έκανα όοολο αυτό το δρόμο με τα πόδια μέχρι το σταθμό για να χαιρετήσω το φιλαράκι μου και σε δεύτερη φάση να ζητιανέψω λεφτά για τον κλειδαρά».
Ο Στέφανος έχει δακρύσει από το γέλιο, ο Ορέστης έχει πέσει πάνω
στον Στέφανο, ο Μάκης έσπασε το φλυτζάνι του καφέ και ο Θανάσης πνίγηκε με το νερό. 10 λεπτά αργότερα, η παρέα αγκαλιάζεται για τελευταία φορά μ'
εξαίρεση τον Γιώργο, που δεν άντεξε και κοιμήθηκε τελικά στο τραπέζι.

Ταξίδι φεύγω να σωθώ.
Μέσα στους κάμπους τρέχω.
Φύλαγε, κράτα τ' όνειρο.
Μακριά σου ακόμα απέχω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: